Το ανάκτορο της Κνωσού, που αναπτύχθηκε πάνω στο ύψωμα της Κεφάλας, 5 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του Ηρακλείου, αποτέλεσε την καρδιά του μινωικού πολιτισμού και σύμφωνα με την παράδοση ήταν η έδρα του βασιλιά Μίνωα. Η κατασκευή του ξεκίνησε γύρω στον 19ο αιώνα π.Χ. και γνώρισε πολλαπλές φάσεις ανακατασκευής και επέκτασης έως τον 14ο αιώνα π.Χ., με κύριο οικισμό και διοικητικό κέντρο της περιοχής.
Το ανάκτορο κάλυπτε μια έκταση περίπου 20.000 τ.μ., αποτελούμενο από πολυάριθμα δωμάτια, αίθουσες, εργαστήρια, αποθηκευτικούς χώρους, λουτρά και θρησκευτικούς χώρους. Η πολύπλοκη και πολυδαίδαλη αρχιτεκτονική του με τους στενούς διαδρόμους, τους πολλούς ορόφους και τις μεγάλες αυλές ίσως γέννησε τον μύθο του Λαβύρινθου με τον Μινώταυρο.
Το ανάκτορο διέθετε προηγμένα υδραυλικά και αποχετευτικά συστήματα, που μαρτυρούν την τεχνολογική εξέλιξη των Μινωιτών, ενώ οι τοιχογραφίες του με θέματα από τη φύση, τις θρησκευτικές τελετές και τις καθημερινές ασχολίες μαρτυρούν την πολιτισμική ακμή και τη ζωτικότητα της κοινωνίας τους.
Παράλληλα, το ανάκτορο λειτουργούσε ως διοικητικό κέντρο, με αποθηκευτικούς χώρους γεμάτους προϊόντα όπως ελαιόλαδο και κρασί, υποδεικνύοντας την εμπορική και οικονομική σημασία της Κνωσού. Οι πινακίδες της Γραμμικής Γραφής Β’ που βρέθηκαν στα ανάκτορα αποκαλύπτουν τη λειτουργία μιας πολύπλοκης γραφειοκρατίας και διαχείρισης.
Η καταστροφή του από σεισμό περίπου το 1700 π.Χ. οδήγησε σε εκτενείς ανακατασκευές, που συνέβαλαν στην περαιτέρω ανάπτυξη της πόλης. Μετά την κάθοδο των Μυκηναίων γύρω στο 1450 π.Χ., η Κνωσός συνεχίζει να κατοικείται αλλά χάνει την παλιά της αίγλη.
Οι ανασκαφές του Άρθουρ Έβανς από το 1900 έως το 1931 αποκάλυψαν το ανάκτορο και μεγάλο τμήμα της μινωικής πόλης, φωτίζοντας τον πολιτισμό που άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ιστορία της Μεσογείου.